Ανοιχτά Σύνορα

Οι επαχθείς όροι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο εκβιασμός ολόκληρων χωρών και λαών στο όνομα του «ενός και μόνου δρόμου» του νεοφιλελευθερισμού είναι ίσως κάτι πρωτάκουστο για μια χώρα της ΟΝΕ, αλλά οπωσδήποτε όχι κάτι νέο. Πριν χτυπήσουν την πόρτα μας, οι διεθνείς χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί είχαν επί δεκαετίες επιβάλλει τις αντικοινωνικές πολιτικές της ελεύθερης αγοράς σε μια σειρά από χώρες του λεγάμενου Τρίτου Κόσμου και του πρώην Ανατολικού Μπλοκ, υποθηκεύοντας το μέλλον τους και εξαθλιώνοντας τους λαούς τους. Το χρέος σε όλες τις περιπτώσεις αποτέλεσε το εργαλείο για την επιβολή σκληρών προγραμμάτων λιτότητας, ιδιωτικοποιήσεων και κατεδάφισης των όποιων δομών κοινωνικής ασφάλειας υπήρχαν.

Στην Ελλάδα, και όχι μόνο, οι μετανάστριες και οι μετανάστες είναι οι πρώτοι που υφίστανται τις συνέπειες της κρίσης καθώς στην πλειονότητά τους εργάζονται κάτω από τις πλέον επισφαλείς συνθήκες και σε τομείς που πλήττονται περισσότερο από την κρίση. Οι μετανάστες και οι μετανάστριες, ωστόσο, δεν απειλούνται μόνο από την άνοδο της ανεργίας, τη διεύρυνση της φτώχειας και τη συνολική επιδείνωση των όρων ζωής τους. Απειλούνται επιπλέον εξαιτίας του επισφαλούς καθεστώτος παραμονής τους και της ενδεχόμενης «απονομιμοποίησής» τους, και, ακόμη περισσότερο, κινδυνεύουν από τη διάχυση και ισχυροποίηση του ρατσισμού, από όσους επιδιώκουν να τους καταστήσουν αποδιοπομπαίους φάγους της κρίσης.

πατήστε πάνω στην εικόνα για να κατεβάσετε το αρχείο σε μορφή pdf

'Εξαρση του ρατσισμού...

Αναμφίβολα, τους τελευταίους μήνες ζούμε μια ιδιαίτερα σκληρή ξενοφοΒική και ρατσιστική εκστρατεία ενάντια στους οικονομικούς και πολιτικούς πρόσφυγες. Μια εκστρατεία γενικευμένη, που αναπτύσσεται σε επικοινωνιακό επίπεδο, υλοποιείται με εκτεταμένες επιχειρήσεις-σκούπα και όξυνση της καταστολής και συμπληρώνεται με την αύξηση των ρατσιστικών και φασιστικών επιθέσεων σε μετανάστες υπό την ανοχή της αστυνομίας.

Δεν είναι, βέβαια, η πρώτη φορά που οι τηλεοπτικοί και άλλοι λαθρέμποροι του φό6ου επενδύουν στη δαιμονοποίηση των μεταναστών επιδιώκοντας να χειραγωγήσουν το αίσθημα ανασφάλειας τμημάτων της κοινωνίας και να στρέψουν τη δυσφορία προς τους πλέον εκμεταλλευόμενους και αποκλεισμένους. Αντίστοιχες ρατσιστικές εξάρσεις, επιχειρήσεις-σκούπα, μαζικές απελάσεις και πογκρόμ κατά των μεταναστών αντιμετωπίσαμε κατά τη δεκαετία του ’90, την εποχή των πρώτων μεταναστευτικών ρευμάτων προς την Ελλάδα.

Σε αντίθεση όμως με τη δεκαετία του ’90, η αντιμεταναστευτική εκστρατεία συγκροτείται σήμερα στο πλαίσιο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, της διαμόρφωσης σε πανευρωπαϊκό επίπεδο ενός συσχετισμού υπέρ ξενοφοΒικών και ακροδεξιών κομμάτων και της συνακόλουθης σκλήρυνσης της μεταναστευτικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και, κυρίως, καθίσταται ιδιαίτερα επικίνδυνη καθώς τροφοδοτείται και τροφοδοτεί την εγχώρια Ακροδεξιά, που ενισχυμένη εκλογικά επιχειρεί να αποκτήσει κοινωνικό έρεισμα με αιχμή το μεταναστευτικό ζήτημα.

Έχουν περάσει περισσότερα από 15 χρόνια από την έναρξη της μαζικής μετανάστευσης προς την Ελλάδα. Η πτώση του λεγάμενου υπαρκτού σοσιαλισμού, η είσοδος στη μεταψυχροπολεμική περίοδο του μονοπολισμού και των ραγδαίων γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η παγκόσμια επικράτηση της οικονομίας της αγοράς και του νεοφιλελευθερισμού, σε συνδυασμό με τον «πόλεμο στην τρομοκρατία» και τους «ανθρωπιστικούς» πολέμους, οδήγησαν στην αναπόφευκτη μετατροπή της Ελλάδας σε «χώρα υποδοχής» οικονομικών και πολιτικών προσφύγων.

Κανείς σήμερα, σε αντίθεση με τις αρχές της δεκαετίας του ’90, δε θα μπορούσε να σκεφτεί την ελληνική κοινωνία χωρίς μετανάστες. Κι όμως, οι οικονομικοί και πολιτικοί πρόσφυγες αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας που προσεγγίζει το 10% του συνολικού πληθυσμού και εξακολουθεί να ζει κάτω από επισφαλείς συνθήκες, τόσο όσον αφορά το καθεστώς παραμονής του στη χώρα όσο και τις συνθήκες εργασίας του και την πρόσβασή σε βασικά κοινωνικά δικαιώματα.

Η απροθυμία των κυβερνήσεων των τελευταίων δεκαετιών να διασφαλίσουν ένα καθεστώς μόνιμης παραμονής και τα δικαιώματα των αλλοδαπών εργαζόμενων δεν μπορεί να αποδίδεται πλέον σε αδυναμία του κρατικού μηχανισμού και σε έλλειψη εμπειρίας, αλλά σε συνειδητή επιλογή διατήρησης ενός καθεστώτος ομηρίας και ανασφάλειας, που αποτελεί και το βασικό όρο της υπερεκμετάλλευσης των οικονομικών και πολιτικών προσφύγων.