Στο μακρύ καλοκαίρι που πέρασε αποτυπώθηκε ανεξίτηλα η βαθιά πολιτική και οικονομική κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε μια τέτοια πύκνωση γεγονότων οι αντιφάσεις που συσσωρεύονται ξεσπούν με διαφορετικές χρονικότητες και κλίμακες. Τα κέντρα και οι όροι του κοινωνικού ανταγωνισμού φαίνεται να μετατοπίζονται και να αναδιατάσσονται.


Τη στιγμή της υπογραφής του 3ου Μνημονίου από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ η Μέρκελ δήλωνε ότι δεν ήταν το «ελληνικό πρόβλημα» αλλά η «προσφυγική κρίση» που έθετε σε κίνδυνο την συνοχή της ΕΕ. Ενάμιση μήνα μετά, στις αρχές Σεπτέμβρη, όταν χιλιάδες πρόσφυγες που είχαν εκδιωχθεί από το σιδηροδρομικό σταθμό της Βουδαπέστης άρχισαν να σχηματίζουν καραβάνια κατευθυνόμενοι προς την Αυστρία, η Μέρκελ έκανε τη μεγάλη στροφή και έστειλε γερμανικά τρένα να τους παραλάβουν. Ήταν η στιγμή που με μια μονομερή ενέργεια καταργούσε στην πράξη τον Κανονισμό του Δουβλίνου. Η Γερμανία που πάνω από μια δεκαετία είχε επωφεληθεί από τη συγκράτηση της μετανάστευσης κοντά στα εξωτερικά σύνορά της (και βεβαίως από την πρόσβαση στους εργαζομένους των ανατολικών χωρών της διευρυμένης ΕΕ), αποφάσισε να δεχτεί εκατοντάδες χιλιάδες αιτούντες άσυλο που είχαν ήδη διασχίσει δύο ή τρεις χώρες μέλη της ΕΕ.Η σκοπιμότητα της αλλαγής πολιτικής της Γερμανίας έχει ερμηνευτεί με διάφορους τρόπους: ως ωφελιμιστική επιλογή ένταξης των «μεσοαστικών στρωμάτων» των Σύρων στη γερμανική αγορά εργασίας, ως πολιτική απομόνωσης των ξενοφοβικών και ακροδεξιών τάσεων στο εσωτερικό της γερμανικής δεξιάς, ως κίνηση βελτίωσης της διεθνούς εικόνας της χώρας ή ως πρόληψη της πολιτικής κρίσης που θα προκαλούσε μια άναρχη άφιξη των προσφύγων στο γερμανικό έδαφος. Πέρα από αυτά όμως, μεγαλύτερη σημασία έχει ότι η απόφαση πάρθηκε ενώ οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί ελέγχου της μετανάστευσης είχαν ήδη αποτύχει. Η μαζική μεταναστευτική κίνηση κατά μήκος της «βαλκανικής διαδρομής» είχε θέσει εκτός ισχύος τους συνοριακούς ελέγχους και τα κράτη των Βαλκανίων, με πρώτη την Ελλάδα, είχαν επιτρέψει τη διέλευση της επικράτειάς τους από εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες.


Πρέπει να επισημάνουμε ότι η πολιτική αυτή δεν ήταν εξαρχής αναμενόμενη και εκ των πραγμάτων λειτούργησε προς όφελος των προσφύγων: Οι κίνδυνοι από τις επιχειρήσεις αποτροπής στα θαλάσσια και χερσαία σύνορα μειώθηκαν σημαντικά, όπως και η εκμετάλλευση από τις μαφίες των συνόρων. Ωστόσο, είναι σαφές ότι τα κράτη άνοιξαν τα σύνορά τους όχι για την προστασία των προσφύγων, αλλά για να προστατευτούν τα ίδια από αυτούς, για να φύγουν μια ώρα αρχύτερα. Ακόμη και για τη Γερμανία το άνοιγμα των συνόρων ήταν μια εξίσου πραγματιστική πολιτική όσο και το επερχόμενο κλείσιμό τους.Μη αναμενόμενη ήταν σε ένα βαθμό και η ανάδυση ενός ισχυρού κινήματος αλληλεγγύης σε αρκετές χώρες της Ευρώπης και κυρίως στην Ελλάδα και τις χώρες «υποδοχής». Ένα κίνημα που με την πολυμορφία, τη μαζικότητα και τον διεθνή του συντονισμό, όχι μόνο πρωταγωνίστησε στην υποστήριξη και κάλυψη των άμεσων αναγκών των προσφύγων εκεί που οι προνοιακές δομές του κράτους απουσίαζαν, αλλά κατάφερε να επηρεάσει ουσιαστικά τους όρους του δημόσιου λόγου. Σε κάθε περίπτωση το σύνθημα «refugees welcome» και η δέσμευση χιλιάδων ανθρώπων να βοηθήσουν σε μια επείγουσα κατάσταση, χρειάζονται ένα ακόμη βήμα για να μετεξελιχθούν σε κοινωνικούς αγώνες, σε πράξη που χτίζει την πραγματική ενότητα ντόπιων και ξένων εργαζομένων. Ωστόσο, χωρίς να παραβλέπουμε την συγκυριακή και βαθιά υποκριτική υιοθέτηση από τα κυρίαρχα Μέσα ενός συμπονετικού λόγου για τους πρόσφυγες όσο και τον εκθειασμό ενός αφελούς και απολίτικου εθελοντισμού, πρέπει να αναγνωρίσουμε την πολιτική σημασία και τις δυνατότητες κοινωνικής παρέμβασης που άνοιξε η υποχώρηση του ρατσιστικού και αντιμεταναστευτικού λόγου.


Το αυθόρμητο καλωσόρισμα στους διαφορετικούς σταθμούς της μεταναστευτικής διαδρομής, οι αντιφασιστικές πρωτοβουλίες και τα δίκτυα αντιπληροφόρησης στα σύνορα, οι κινήσεις πολιτικής ανυπακοής για τη μεταφορά προσφύγων στην Αυστρία και οι αυτοοργανωμένες δομές στέγασης, σίτισης και ιατρικής περίθαλψης στην Ελλάδα, διαμόρφωσαν έναν αστερισμό πρακτικών που συνδύασε την αλληλεγγύη και την αυτοοργάνωση με τη μαζική και πλειοψηφική απεύθυνση. Η καταγγελία τους όχι μόνο είναι ναρκισσιστική, αλλά και αυτοϋπονομευτική για το αντιρατσιστικό κίνημα. Αδιαφορεί τόσο για το συσχετισμό δύναμης όσο και για την ανάγκη οργάνωσης των αντιστάσεων σε μια περίοδο που η επανασυγκρότηση των μηχανισμών καταστολής και ελέγχου της μετανάστευσης πλαισιώνεται και νομιμοποιείται από τις πολιτικές ασφάλειας, τα καθεστώτα έκτακτης ανάγκης και την ισλαμοφοβία.


Καταστολή με «ανθρώπινο πρόσωπο»


Προφανώς δεν πρέπει να επιτρέψουμε η αλληλεγγύη να γίνει πρόσχημα και συμπλήρωμα μιας κατασταλτικής πολιτικής με «ανθρώπινο πρόσωπο». Αντίθετα, πρέπει να διαφυλάξουμε, να διεκδικήσουμε και να οργανώσουμε την αλληλεγγύη διαχωριζόμενοι-ες πλήρως από το λόγο του «πραγματιστικού ανθρωπισμού» και του αφελούς ή στρατευμένου ευρωπαϊσμού. Η «αναγνώριση του προβλήματος ως ευρωπαϊκού» και η «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη» έτσι κι αλλιώς δεν αφορούν το θνησιγενές πρόγραμμα μετεγκατάστασης, πόσο δε μάλλον η χρηματοδότηση μιας ανθρωπιστικής πολιτικής υποδοχής. Πρόκειται για ένα πολιτικό σχέδιο για την επανασυγκρότηση των μηχανισμών ελέγχου και διαχείρισης της μετανάστευσης στις ίδιες βάσεις με πριν, αλλά με αναβαθμισμένο το ρόλο των ευρωπαϊκών υπηρεσιών και ιδιαίτερα της Frontex. Όχι απλώς ένα ακόμη βήμα στην τάση συγκεντροποίησης της εξουσίας στα χέρια των Βρυξελλών, αλλά ένα ακόμη βήμα επιτήρησης και πειθάρχησης των κρατών. Ένα νέο καθεστώς εποπτείας εγκαθίσταται, αυτή τη φορά στους τομείς της συνοριακής και μεταναστευτικής πολιτικής.
Ο διαχωρισμός και η εξαίρεση δικαιωμάτων, η ανάθεση της συγκράτησης των προσφύγων σε τρίτες χώρες (Τουρκία), ο «πόλεμος κατά των διακινητών», η δημιουργία ενός αποτελεσματικού συστήματος μέσων (στρατιωτικής) αποτροπής, εγκλεισμού και απελάσεων σε χώρες προέλευσης και κυρίως γειτονικές «transit» χώρες, καθώς και άλλων έμμεσων μέτρων παραδειγματικού χαρακτήρα (αύξηση ρίσκου ταξιδιού) για την «αποθάρρυνση» της μετανάστευσης, αποτελούν τις βασικές του πτυχές του σχεδίου. Στην Ελλάδα ως γνωστόν ανατίθεται τόσο η καταστολή και αποτροπή στα σύνορα, όσο και η λειτουργία των hot spots, κέντρων κράτησης όπου θα γίνεται η βιομετρική καταγραφή των νεοεισερχόμενων (βάση δακτυλικών αποτυπωμάτων Eurodac) και θα διενεργείται ένας ταχύρυθμος διαχωρισμός τους (screening).


Ο διαχωρισμός «προσφύγων» και «απλώς οικονομικών» μεταναστών παραμένει ο βασικός μηχανισμός διαχείρισης της μετανάστευσης (και της μεταναστευτικής εργασίας) και πυρήνας της ιδεολογικής νομιμοποίησης της σκλήρυνσης της μεταναστευτικής πολιτικής της ΕΕ. Πρόκειται για ένα διαχωρισμό νομικά έωλο και ρατσιστικό, ένα μηχανισμό αποστέρησης δικαιωμάτων και κατασκευής μιας νομικής κατηγορίας εξαίρεσης δικαιωμάτων, αυτής των «παράνομων», προς κράτηση και απέλαση μεταναστών. Δεν πρόκειται βεβαίως για ανθρωπιστική πολιτική, αλλά για προσχηματική χρήση του δικαίου προστασίας των προσφύγων, ώστε στο όνομα του δικαιώματος στην προστασία να επιτελείται ο πλήρης αποκλεισμός χιλιάδων ανθρώπων από το δικαίωμα να έχουν δικαιώματα. Ας ετοιμαζόμαστε λοιπόν μετά την υποτιθέμενη «επιτυχία» άντλησης ευρωπαϊκών πόρων και ανάθεσης στη Frontex της φύλαξης των συνόρων στην Ειδομένη, να δούμε την δικαιολόγηση στο όνομα του ανθρωπισμού της επαναλειτουργίας της Αμυγδαλέζας και των επαναπροωθήσεων στο Αιγαίο.


Αντί επιλόγου
Στην περίοδο που μπαίνουμε, περίοδο κλεισίματος των συνόρων και εγκλωβισμού των οικονομικών και πολιτικών προσφύγων, καθώς και έντασης των πολιτικών ασφάλειας, τίθενται ιδιαίτερα και βαριά καθήκοντα για το αντιρατσιστικό κίνημα. Στη συγκυρία ελλοχεύει ο κίνδυνος για το κίνημα είτε να εγκλωβιστεί προσπαθώντας να ανταποκριθεί σε μια πέραν των δυνατοτήτων του υποστηρικτική δουλειά, είτε, που είναι και το συνηθέστερο, να αποσυρθεί σε έναν αφηρημένο καταγγελτισμό, χωρίς ουσιαστική κοινωνική παρέμβαση. Η αποφυγή των δυο αυτών αλληλοσυμπληρούμενων τάσεων επιτάσσει μια στρατηγική προσέγγιση, που να συσχετίζει τη γειωμένη στις πραγματικές συνθήκες και συγκρούσεις παρέμβαση με συγκεκριμένες διεκδικήσεις, πλειοψηφική απεύθυνση και αγώνες που να μπορούν να πετύχουν μικρές έστω νίκες. Η από τα κάτω δημιουργία χώρων ελευθερίας και συνάντησης ντόπιων και μεταναστών, ο αγώνας ενάντια στην αναμενόμενη επανάκαμψη των ρατσιστικών και φασιστικών συμμοριών και «επιτροπών κατοίκων», πρέπει να συνδυαστεί με αγώνες εδώ και σε όλη την Ευρώπη κατά τις εξαίρεσης δικαιωμάτων, ενάντια στην κράτηση και τις απελάσεις, για τη νομιμοποίηση,  τα πλήρη κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα σε όλους και όλες.

του Γιώργου Μανιάτη