Έχουν περάσει περισσότερα από 15 χρόνια από την έναρξη της μαζικής μετανάστευσης προς την Ελλάδα. Η πτώση του λεγάμενου υπαρκτού σοσιαλισμού, η είσοδος στη μεταψυχροπολεμική περίοδο του μονοπολισμού και των ραγδαίων γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η παγκόσμια επικράτηση της οικονομίας της αγοράς και του νεοφιλελευθερισμού, σε συνδυασμό με τον «πόλεμο στην τρομοκρατία» και τους «ανθρωπιστικούς» πολέμους, οδήγησαν στην αναπόφευκτη μετατροπή της Ελλάδας σε «χώρα υποδοχής» οικονομικών και πολιτικών προσφύγων.

Κανείς σήμερα, σε αντίθεση με τις αρχές της δεκαετίας του ’90, δε θα μπορούσε να σκεφτεί την ελληνική κοινωνία χωρίς μετανάστες. Κι όμως, οι οικονομικοί και πολιτικοί πρόσφυγες αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας που προσεγγίζει το 10% του συνολικού πληθυσμού και εξακολουθεί να ζει κάτω από επισφαλείς συνθήκες, τόσο όσον αφορά το καθεστώς παραμονής του στη χώρα όσο και τις συνθήκες εργασίας του και την πρόσβασή σε βασικά κοινωνικά δικαιώματα.

Η απροθυμία των κυβερνήσεων των τελευταίων δεκαετιών να διασφαλίσουν ένα καθεστώς μόνιμης παραμονής και τα δικαιώματα των αλλοδαπών εργαζόμενων δεν μπορεί να αποδίδεται πλέον σε αδυναμία του κρατικού μηχανισμού και σε έλλειψη εμπειρίας, αλλά σε συνειδητή επιλογή διατήρησης ενός καθεστώτος ομηρίας και ανασφάλειας, που αποτελεί και το βασικό όρο της υπερεκμετάλλευσης των οικονομικών και πολιτικών προσφύγων.

Σε αυτό το συμπέρασμα οδηγεί και η τελευταία, τρίτη κατά σειρά, προσπάθεια ρύθμισης του καθεστώτος παραμονής των αλλοδαπών εργαζομένων στην Ελλάδα, με το νόμο 3386 του 2005. Όπως και οι προηγούμενες απόπειρες «νομιμοποίησης» των μεταναστών/ριών ο νόμος αυτός χαρακτηρίστηκε από αποσπασματικότητα, καθώς οι όροι υπαγωγής στην διαδικασία απέκλεισαν εκ των πραγμάτων ένα μεγάλο ποσοστό μεταναστών από τη διαδικασία. Προσφέροντας για άλλη μια φορά ασυλία στην εργοδοτική εισφοροδιαφυγή και καλύπτοντας τη μαύρη εργασία, ο ν. 3386, έριξε και πάλι το βάρος της ασφάλισης στους αλλοδαπούς εργαζόμενους/ες, αντί, όπως όφειλε, στους εργοδότες. Τέλος, ακόμη και οι θετικές ρυθμίσεις, όπως η ενσωμάτωση των ευρωπαϊκών οδηγιών για την οικογενειακή συνένωση και για τους «επί μακρόν διαμένοντες», υλοποιούνται με τον πιο περιοριστικό και αποτρεπτικό τρόπο.

 

Αποκλείοντας την ένταξη

Η ένταξη, λοιπόν, των οικονομικών προσφύγων στην ελληνική κοινωνία από το 1991 μέχρι σήμερα γίνεται αποκλειστικά μέσω της αγοράς, καθώς οι κρατικές πολιτικές ουσιαστικά αποκλείουν την ένταξη, ενώ ο θεσμικός ρατσισμός δημιουργεί το έδαφος της ανισότητας και εκμετάλλευσης πάνω στο οποίο αναπτύσσεται ο κοινωνικός ρατσισμός και η απαξίωση των αλλοδαπών εργαζομένων. Τη στιγμή που ολόκληροι κλάδοι της οικονομίας, όπως οι κατασκευές, η αγροτική παραγωγή και η οικιακή εργασία, στηρίζονται σχεδόν αποκλειστικά στη μεταναστευτική εργασία, είναι σίγουρο ότι ένα σημαντικό κομμάτι γηγενών εργοδοτών έχει κάθε συμφέρον στη διατήρηση της επισφάλειας των μεταναστών και μεταναστριών.

Παρόλα αυτά, στο επίπεδο του κυρίαρχου λόγου, παρατηρείται μια υποχώρηση από τον ανοιχτά εθνοκεντρικό και ξενόφοβο λόγο της δεκαετίας του ’90. Τόσο ο κρατικός λόγος όσο και αυτός των ΜΜΕ, προσεγγίζουν τους οικονομικούς και πολιτικούς πρόσφυγες με έναν ωφελιμιστικό τρόπο: τους χρειαζόμαστε γιατί είναι απαραίτητοι για την οικονομία, αλλά, ταυτόχρονα, πρέπει να διατηρηθούν ως μη πολίτες, έχοντας μια συγκεκριμένη θέση στην κοινωνική ιεραρχία.

Το σύνθημα «δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Αλβανέ», που φωνάχτηκε μαζικά κατά τη διάρκεια των πανηγυρισμών της κατάκτησης του ευρωπαϊκού κυπέλλου ποδοσφαίρου το 2004, παρουσιάζει με σαφήνεια αυτή τη μεταστροφή στον τρόπο που ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας αντιμετωπίζει τους οικονομικούς και πολιτικούς πρόσφυγες. Από έναν ρατσισμό φοβικό περνάμε σήμερα σε ένα ρατσισμό της ανωτερότητας.

 

Ρατσισμός από την Κούνια

Η Ενδεικτικότερη περίπτώση της αδιαφορίας και υποκρισίας με την οποία αντιμετωπίζονται από το ελληνικό κράτος οι οικονομικοί πρόσφυγες είναι αυτή της «δεύτερης γενιάς μεταναστών».

Τα εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά μεταναστών που φοιτούν σήμερα στα ελληνικά σχολεία όχι μόνο αποκλείονται από την ελληνική ιθαγένεια, αλλά και δεν απολαμβάνουν καμία άλλη ευνοϊκή ρύθμιση σχετικά με το καθεστώς παραμονής τους. Έτσι, ένα παιδί που έχει γεννηθεί στην Ελλάδα μπορεί μετά την ενηλικίώση του να βρεθεί αντιμέτωπο με μια απέλαση στη χώρα καταγωγής των γονιών του, αν δεν καταφέρει να μαζέψει τα ένσημα που απαιτούνται για την ανανέωση της άδειας παραμονής του.

Αλλά και στο χώρο της εκπαίδευσης, στο ελληνικό εθνοκεντρικό σχολείο, τα παιδιά των μεταναστών βρίσκονταί αντιμέτωπα με μια σειρά εθνοταξικών αποκλεισμών, που περιορίζουν σημαντικά την παρουσία τους στη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Η ευρωπαϊκή εμπειρία από την ένταξη της δεύτερης γενιάς μεταναστών, που οδήγησε στον κοινωνικό αποκλεισμό ακόμα και πολίτες διαφορετικής εθνικής καταγωγής, δεν φαίνεται να απασχολεί τις ελληνικές κυβερνήσεις, που με την πολιτική τους προωθούν την γκετοποίηση και τον αποκλεισμό. Τα παιδιά, όμως, των μεταναστών είναι βέβαιο ότι με τον ένα ή τον άλλον τρόπο διεκδικούν και θα διεκδικούν την ταυτότητα τους και την παρουσία τους στη χώρα τους.

 

Σύνορα της Ευρωπαϊκής 'Ένωσης: 'Ένας Πόλεμος Δίπλα Μας

«Επιθυμώ να στρέψω την προσοχή σας στο μέτωπο που λέγεται ΕΛΛΑΣ-«συγκρουόμενη» με τους λαθρομετανάστες, δηλαδή το ευρωπαϊκά, νοτιοανατολικό μέτωπο, σε αυτή τη σύγκρουση.

Έτος 2006: Συλληφθέντες λαθρομετανάστες, 95.000. Επαναπροωθηθέντες, 72.000. Παραμένοντες σε ευρωπαϊκό έδαφος, στην «ταπεινή» Ελλάδα, 22.000. (...)

Εγώ σας λέω ότι δέχομαι «βάρος». Δέχεται η Ευρώπη, μέσώ της Ελλάδος, «βάρος» από το Πακιστάν, το Αφγανιστάν και το Ιράκ με transit χώρα διελεύσεώς την Τουρκία.

Ζητώ την προσοχή σας στις δυο κατευθύνσεις της ευρωπαϊκής πολιτικής γα τη λαθρομετανάστευση. Mainly prevention, εμπόδιση, παρεμπόδιση, πρόληψη και στη συνεχεία, επαναπατρισμός και καταστολή».

Β. Πολύδωρας, Φεβρoυάριος 2007, Συμβούλιο Υπουργών Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης Βρυξέλλες

 

Ο υπουργός Δημοσίας Τάξης σε αυτή την καθόλα επίσημη δήλωση καλεί σε (οικονομικές προφανώς) ενισχύσεις σε έναν «πόλεμο» στα ανατολικά σύνορα της Ελλάδας, έναν πόλεμο που φαίνεται να χάνει καθώς του μένει ένα «καθίζημα» ανθρώπών, ένα «βάρος».

Ο «εχθρός» δεν είναί άλλος από τους «λαθρομετανάστες», που, συμφώνα με τις στατιστικές του υπουργού κατά δεκάδες χιλιάδες επιχειρούν να εισέλθουν στην Ευρωπαϊκή Ένώση και παρά τις προσπάθειες της «ταπεινής Ελλάδας» περίπου 2 στους 10 τα καταφέρνουν να παραμείνουν.

Η κυνική αυτή δήλωση, που αντιστρέφει τους ρόλους θύτη και θύματος και παρουσιάζει σαν εισβολείς και επιδρομείς τους οικονομικούς και πολιτικούς πρόσφυγες, δεν αποτέλεσε, όπως ίσως θα περίμενε κανείς, μια ρατσιστική παραφωνία στο συμβούλιο των υπουργών.

Αντίθετα, η «πάταξη της λαθρομετανάστευσης» έχει αναχθεί τα τελευταία χρόνια σε κύριο στόχο των ευρωπαϊκών πολιτικών μετανάστευσης και ασύλου, και σταθερά διαπλέκεται με τον «πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία» και το «οργανωμένο έγκλημα». Σε αυτή την κατεύθυνση η Ε.Ε. θωρακίζει στρατιωτικά τα σύνορα της, επεκτείνεί τη συμφωνία Schengen, δημιουργεί την ευρωπαϊκή ακτοφυλακή Frontex, γενικεύει την πολιτική εγκλεισμού των προσφυγών και χρηματοδοτεί τη δημιουργία νέων στρατοπέδων κράτησης προσφυγών εντός και εκτός της επικράτειας της, ενώ επιτείνει τις απελάσεις και επαναπροωθήσεις σε «τρίτες ασφαλείς χώρες», όπώς η Τουρκία, η Λιβύη, η Ουκρανία, το Μαρόκο, αλλά ακόμη και στις «απελευθερωμένες» και οπότε και «ασφαλείς» χώρες όπως το Ιράκ και το Αφγανιστάν.

Αδιαφορώντας για τους λόγους που αναγκάζουν τους πρόσφυγες σε φυγή κα αποποιούμενη τις τεράστιες ευθύνες της για την οικονομική και κοινωνική κατάσταση στις χώρες προέλευσής τους, η Ευρωπαϊκή Ένωση υιοθετεί μια πολιτική εγκληματοποίησης της μετανάστευσης ανοίγοντας έτσι το δρόμο για τη συστηματική παραβίαση των δικαιωμάτων των οικονομικών και πολιτικών προσφυγών, την ουσιαστική κατάργηση του δικαιώματος στο πολιτικό άσυλο και τη δημιουργία γκρίζων ζωνών όπου δεν ισχύει κανένα δικαίωμα στο εξωτερικά σύνορα της Ε.Ε.

 

Δεν περάσαμε εμείς τα σύνορα. Αυτά μας διαπέρασαν!

Η Ελλάδα κατέχει τη θλιβερή πρωτιά ανάμεσα στις χώρες της Ευρώπης στις παραβιάσεις των δικαιωμάτων των νεοεισερχόμενων προσφύγων και στην απόρριψη αιτήσεων πολιτικού ασύλου, που ξεπερνά εδώ και χρόνια το 99%.

Στον Έβρο και τα νησιά του Αιγαίου άνδρες, γυναίκες και παιδιά, ανώνυμοι και αόρατοι άνθρωποι, απλοί αριθμοί στις επίσημες στατιστικές, συλλαμβάνονται, κρατούνται και επαναπροωθούνται, και σε πολλές περιπτώσεις χάνουν τη ζωή τους στη θάλασσα η στα ναρκοπέδια. Οι παρά­νομες επαναπροωθήσεις, οι απάνθρωπες συνθήκες κράτησης, οι ξυλοδαρμοί και η απομόνωση, καθώς και η παρεμπόδιση της επικοινωνίας με δικηγόρους και οργανώσεις αλληλεγγύης αποτελούν σταθερή πρακτική των αρχών σε αυτές τις περιοχές.

Την πολιτική αυτή κατήγγειλαν τον περασμένο Μάιο οι δεκάδες οργανώσεις και ομάδες αλληλεγγύης του Πανελλαδικού Δικτύου Αντιρατσιστικών Οργανώσεων που διαδήλωσαν έξω από τη νεόκτιστη φυλακή προσφύγων στο Φυλάκιο του Έβρου.

Η κινητοποίηση αυτή μπόρεσε να συνδυάσει το ριζοσπαστισμό με την ευρύτερη δυνατή απεύθυνση στην τοπική κοινωνία, αποφεύγοντας μια αντίληψη «αντιρατσιστικής πρωτοπορίας». Γι ’ αυτόν το λόγο θεωρούμε ότι η πρώτη αυτή κινητο­ποίηση του Πανελλαδικού Δικτύου μπορεί να αποτελέσει την αρχή μιας στενότερης συνεργασίας των τοπικών αντιρατσιστικών ομάδων και οργανώσεων και μιας πιο συστηματικής, έγκαιρης και πολύμορφης δράσης του αντιρατσιστικού και μεταναστευτικού κινήματος στην Ελλάδα.

Μιας δράσης που σίγουρα δεν μπορεί να περιορίζεται στα εξωτερικά σύνορα της Ελλάδας, αλλά πρέπει να αμφισβητεί και τα «εσωτερικά», τα σύνορα όχι που πέρασαν οι οικονομικοί και πολιτικοί πρόσφυγες, αλλά αυτά που τους διαπερνούν καθημερινά, τα σύνορα που «φυλάνε» οι συνοριοφύλακες στην Ομόνοια, στα τμήματα αλλοδαπών και στα κρατητήρια κάθε αστυνομικού τμήματος.

Όπως, επίσης, επιδιώκουμε να είμαστε και έξω από τα εθνικά σύνορα οργανικό κομμάτι του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος, συμμετέχοντας σε διεθνείς δικτυώσεις, στο Ευρωπαϊκό και Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ, στις πανευρωπαϊκές καμπάνιες και ημέρες δράσης και στις μεγάλες διαδηλώσεις για τα δικαιώματα των μεταναστών που αποτελούν μια από τις κύριες αιχμές όλων των σταθμών του κινήματος ενάντια στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση.