Η διαχείριση της καπιταλιστικής κρίσης από τις κυρίαρχες πολιτικο-οικονομικές δυνάμεις έχει τον χαρακτήρα πολιτικών αναδιανομής σε βάρος των εργαζομένων, οι οποίοι-ες υφίστανται πρωτοφανείς μειώσεις μισθών, περιορισμό των βασικών κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων, την ιδιωτικοποίηση των δημόσιων αγαθών. Με την ραγδαία αύξηση της ανεργίας και τη γενίκευση των επισφαλών όρων εργασίας, διαμορφώνεται ένα μοντέλο εξατομίκευσης και ακραίου ανταγωνισμού των εργαζόμενων, ένα μοντέλο που εκφράζει τη συνολική υποτίμηση της εργασίας. Μια υποτίμηση που, καθώς η καπιταλιστική κρίση είναι συνώνυμη με την καταστροφή και αναδιάρθρωση μέρους των παραγωγικών δυνάμεων, σηματοδοτεί επίσης την πλήρη απαξίωση και τον αποκλεισμό από το ελάχιστο εισόδημα που επιτρέπει αξιοπρεπή διαβίωση για ένα διευρυνόμενο τμήμα των εργαζομένων.

Οι μετανάστριες και οι μετανάστες εργαζόμενοι καθ’ όλη την προηγούμενη περίοδο υπήρξαν το υπόδειγμα της εφαρμογής των επισφαλών όρων εργασίας (όπως επίσης, σε μικρότερο βαθμό, οι γυναίκες και οι νέοι). Σήμερα, η επισφάλεια επεκτείνεται σε ευρύτερες κατηγορίες των γηγενών εργαζομένων, λαμβάνοντας το χαρακτήρα γενικευμένης προς τα κάτω εξίσωσης (κοινωνικό ντάμπινγκ). Σε αυτές τις συνθήκες η ήδη υπονομευμένη από την ανισότητα δικαιωμάτων -και βέβαια την ανεπάρκεια του συνδικαλιστικού κινήματος και της αριστεράς- συνάντηση των ντόπιων και των μεταναστών εργαζομένων σε κοινές διεκδικήσεις και κοινή οργάνωση γίνεται ακόμη δυσχερέστερη. Εντείνονται από τη μια πλευρά οι θεσμικοί διαχωρισμοί -επεκτείνεται δηλαδή η εξαίρεση από τα δικαιώματα και η κατασταλτική πολιτική έναντι των μεταναστών-, ενώ από την άλλη ισχυροποιείται ο ρατσισμός ως ιδεολογία εθνικής ανωτερότητας και υλικής διαμόρφωσης άνισων σχέσεων εξουσίας και κοινωνικής ιεραρχίας. Σήμερα, ο ρατσισμός και ο εθνικισμός αποκτούν μεγαλύτερο έρεισμα στους «από κάτω», όπως συνέβη σε κάθε οικονομική κρίση. Η αίσθηση αδικίας, η επιδείνωση των όρων ζωής, η κοινωνική αποξένωση και η έλλειψη συλλογικών μορφών διεκδίκησης και βελτίωσης της ζωής στο επίπεδο της καθημερινότητας, μεταφράζεται ευκολότερα με εθνικούς παρά με ταξικούς όρους. 

Η κατάρρευση των μικροαστικών στρωμάτων και των καταναλωτικών τους προτύπων βρίσκει καταφύγιο σε μια αφήγηση εθνικής υπερηφάνειας και, συνακόλουθα, στη μετάθεση των ευθυνών από το κράτος και το κεφάλαιο στους υποδεέστερους «άλλους». Κατ’ αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται ένα πλαίσιο στάσεων και αντιλήψεων στο οποίο το ζήτημα της «ασφάλειας» κατέχει κεντρικό ρόλο, συγκροτεί σε μεγάλο βαθμό τον κυρίαρχο αντιμεταναστευτικό λόγο, ο οποίος τείνει διαρκώς προς τις θέσεις της ακροδεξιάς: ισχυρό κράτος, περισσότερη αστυνόμευση, περιορισμός δικαιωμάτων. Την ίδια στιγμή, οι μετανάστριες και οι μετανάστες βρίσκονται αντιμέτωποι τόσο με την πολύ υψηλή ανεργία σε τομείς παραγωγής που απασχολούσαν κατά κύριο λόγο μεταναστευτική εργασία (όπως η οικοδομή και η οικιακή εργασία), σε συνδυασμό με τις κατασταλτικές και αντιμεταναστευτικές πολιτικές σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Η επιστροφή χιλιάδων μεταναστών από τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη στις χώρες προέλευσής τους αποτελεί τη μια πλευρά του ζητήματος. Η κρισιμότερη πλευρά όμως αφορά το συνδυασμό ανεργίας, αποκλεισμού και ακραίας φτώχιας, με την άρνηση διασφάλισης του δικαιώματος παραμονής και μετακίνησης που υφίστανται πρωτίστως οι νεοεισερχόμενοι μετανάστες και πρόσφυγες από χώρες της Ασίας και της Αφρικής.

Στις περιοχές με υψηλή παρουσία μεταναστών και ειδικά νεοεισερχόμενων, εκτυλίσσεται ένας φαύλος κύκλος αποκλεισμού, παραβατικότητας της φτώχιας και αστικής υποβάθμισης, ο οποίος δρα αυτοεπιβεβαιωτικά προς τον επίσημο ρατσισμό και γίνεται επίκεντρο της δράσης των ρατσιστικών και φασιστικών ομάδων, που τα τελευταία χρόνια έχουν πολλαπλασιάσει τη δύναμή τους. Είναι ξεκάθαρο ότι η άνοδος του ρατσισμού χρησιμοποιείται ως πολιτικό αντιστάθμισμα της αντικοινωνικής πολιτικής, ότι οι πολιτικές της ασφάλειας και του φόβου αποτελούν συνειδητή επιλογή των πολιτικών ελίτ και των ΜΜΕ για την διαχείριση της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Η οργανωμένη από τους ιδεολογικούς και κατασταλτικούς μηχανισμούς προώθηση της ακροδεξιάς, όμως, εξυπηρετεί επίσης έναν σχεδιασμό για την αλλαγή των συσχετισμών σε βάρος της αριστεράς και των κοινωνικών κινημάτων, όχι μόνο σε ιδεολογικό επίπεδο, αλλά επίσης στο δρόμο. Η ανοχή και σύμπραξη των αστυνομικών αρχών στις καθημερινές ρατσιστικές επιθέσεις, οι συμπληρωματικές προς τη δράση της ακροδεξιάς αστυνομικές επιχειρήσεις σκούπα, η ατιμωρησία των δραστών και η δίωξη των θυμάτων, αποτελούν τον κανόνα, την έμπρακτη κρατική υπόθαλψη της ακροδεξιάς. Ο ρατσισμός ήταν και είναι επίσημη πολιτική του κράτους, βασικός μηχανισμός διαχωρισμού, επιλεκτικής απόδοσης δικαιωμάτων και έντασης της εκμετάλλευσης. Ωστόσο σήμερα σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και με μεγάλη ένταση στην Ελλάδα της κρίσης, ο «πόλεμος στην παράνομη μετανάστευση» έχει τεθεί ως βασική πολιτική προτεραιότητα, κινητοποιώντας ένα ευρύ πλέγμα φορέων και οργανισμών, από τα μέσα ενημέρωσης και ακαδημαϊκά think tanks μέχρι αστυνομικο-στρατιωτικά σώματα και το βιομηχανικό σύμπλεγμα των εξοπλισμών.

Η αντιμετώπιση της μετανάστευσης ως απειλής, η επικράτηση των αντιδραστικών αντιλήψεων της «πολιτισμικής σύγκρουσης» και η μετατροπή του μεταναστευτικού ζητήματος σε ζήτημα ασφάλειας, εντάσσονται σε μια προσπάθεια ελέγχου και πειθάρχησης όχι μόνο των μεταναστών, αλλά επίσης ως πεδίο ανάπτυξης ενός νέου μιλιταρισμού εντός των «δυτικών κοινωνιών» και ως παραδειγματική εφαρμογή πολιτικών εξαίρεσης και μηδενικής ανοχής με αποδέκτες ολόκληρη την κοινωνία. Από αυτή τη θέση μπορούμε να επισημάνουμε ότι η θωράκιση των συνόρων, τα σώματα καταστολής και οι τεχνολογίες επιτήρησης, ο εγκλεισμός στα στρατόπεδα κράτησης, οι βάσεις βιομετρικών δεδομένων επιτελούν πολύ ευρύτερες λειτουργίες σε πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο. Αντανακλούν το δόγμα καταστολής και επιτήρησης που διαμορφώνεται στα πλαίσια του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» και των «ασύμμετρων απειλών», ενώ διαμορφώνουν κατηγορίες πληθυσμού που αναγνωρίζονται ως «εσωτερικός εχθρός» και κατασκευάζουν εντός της επικράτειας γκρίζες ζώνες όπου παύουν να ισχύουν βασικά δικαιώματα και εγγυήσεις.

Το ευρύ πλέγμα των κατασταλτικών πολιτικών, που ξεκινάει από τα σύνορα, τα κέντρα κράτησης και τις επιχειρήσεις της συνοριοφυλακής και της Frontex, και φτάνει στα κέντρα των πόλεων, τις επιχειρήσεις σκούπα και τα κρατητήρια στα λιμάνια και τα αεροδρόμια, αυξάνει την αποτελεσματικότητά του σε άμεση αναλογία με τον αριθμό των νεκρών μεταναστών, που στα ευρωπαϊκά σύνορα αγγίζουν τα τελευταία χρόνια τους δεκάδες χιλιάδες. Το δόγμα «αποθάρρυνσης» των μεταναστών, που επισήμως υιοθετεί η ελληνική κυβέρνηση, μπορεί επικοινωνιακά να επικεντρώνεται σε «αδιαπέραστα σύνορα, προγράμματα εθελοντικών επιστροφών και απελάσεων», στην πραγματικότητα όμως προβάλλει προς τους «εν δυνάμει μετανάστες» τον κίνδυνο ζωής, την φυλάκιση, την αυθαιρεσία και την καταπάτηση δικαιωμάτων, ακόμη και τη δράση των ρατσιστικών συμμοριών. Μια τέτοια μεταναστευτική πολιτική που προωθεί αντιλήψεις συλλογικής ευθύνης, ποινικοποίησης των μεταναστών και κατασκευής εξιλαστήριων θυμάτων, δεν μπορεί παρά να αναπαράγει τον εαυτό της και ιδιαίτερα τον αυταρχικό και κατασταλτικό πυρήνα της, να εξωθεί όλο και περισσότερους μετανάστες και μετανάστριες στο αποκλεισμό και την υπερεκμετάλλευση, να καλλιεργεί τον ρατσισμό και την κοινωνική βαρβαρότητα.

 

Αριστερά και αντιρατσιστικό κίνημα

Στην πολιτικο-οικονομική περίοδο που διανύουμε, τα ζητήματα μετανάστευσης και ρατσισμού έχουν λάβει χαρακτηριστικά κεντρικής πολιτικής αντιπαράθεσης. Σε ολόκληρη την Ευρώπη παρατηρούμε την ανάπτυξη μιας νέου τύπου ακροδεξιάς που συχνά συμμετέχει σε κυβερνητικές συνεργασίες, ο δημόσιος λόγος κατακλύζεται από υπερασπιστές της «ευρωπαϊκής ταυτότητας και πολιτισμού» ενάντια στην υποτιθέμενη μεταναστευτική ή/και ισλαμική απειλή, και, κατά περίπτωση επανεμφανίζονται συνοριακοί έλεγχοι εντός της ζώνης Σένγκεν. Στην Ελλάδα της κρίσης ένας αναπαλαιωμένος και εκσυγχρονισμένος εθνικισμός, επικαλούμενος τις «έκτακτες συνθήκες» δικαιολογεί και νομιμοποιεί το ρατσισμό, ενώ η ακροδεξιά διεκδικεί ρόλο ρυθμιστή απέναντι στην αστάθεια του πολιτικού συστήματος. Στις συνθήκες αυτές, η θέση της Αριστεράς είναι καθοριστική, αλλά και ιδιαίτερα προβληματική. Η γενικότερη αμηχανία απάντησης στη νεοφιλελεύθερη επίθεση και ανάδειξης εναλλακτικών πολιτικών, αντανακλάται στο μεταναστευτικό ζήτημα, που συχνά εξορίζεται από την εικόνα και υποτάσσεται στις ιεραρχήσεις και προτεραιότητες που θέτει μια «κεντρική πολιτική στρατηγική».

Χαρακτηριστική από αυτή την πλευρά είναι η προσφυγή από σημαντικά τμήματα της Αριστεράς, κοινοβουλευτικής και μη, σε πολιτικές «εθνικού ακροατήριου», με τρόπο που συχνά αγνοεί ή αποσιωπά την αντικειμενική πολυεθνική σύνθεση της εργατικής τάξης, υποβαθμίζει την ανάγκη αντιρατσιστικής δράσης και, αναπόφευκτα, υποχωρεί και ενσωματώνει τα κυρίαρχα στερεότυπα και αντιλήψεις για τη μετανάστευση και τους μετανάστες-ριες. Την ίδια στιγμή για το αντιρατσιστικό κίνημα είναι αδιαμφισβήτητη η ανάγκη για την επανεκτίμηση της πολιτικής συγκυρίας και τη διαμόρφωση ενός συνεκτικότερου λόγου για τη μετανάστευση, που να μην εξαντλείται σε αξιακές αναφορές, αλλά και χωρίς να υποχωρεί από τις βασικές αρχές της αλληλεγγύης, να απαντάει στα ζητήματα που προκύπτουν από την πραγματικότητα της κρίσης και της ανόδου της ακροδεξιάς. Ενός λόγου που δεν θα απολογείται στα κυρίαρχα ρατσιστικά επιχειρήματα και, κυρίως, θα δοκιμάζεται στην πράξη.

Είναι γεγονός ότι στο σημερινό κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο αδρανοποιούνται και υπονομεύονται στοιχεία της αντιρατσιστικής πολιτικής και επιχειρηματολογίας. Ενώ, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι οι μετανάστες είναι το πλέον πληττόμενο και εκμεταλλευόμενο τμήμα των εργαζομένων, ωστόσο τμήματα των γηγενών απειλούνται ή βρίσκονται ήδη κάτω από τα όρια της φτώχιας. Σε συνθήκες κατάρρευσης του (όποιου) κράτους πρόνοιας, η αλληλεγγύη δεν μπορεί να παραμένει σε φιλανθρωπικά επιχειρήματα. Σε συνθήκες κατάργησης των κοινωνικών δικαιωμάτων κι ενώ η μεταναστευτική εργασία ενοχοποιείται για το κοινωνικό ντάμπινγκ, η εξώφθαλμη εκμετάλλευση και καταπίεση των μεταναστών δεν αρκεί για να συγκροτηθεί αντιρατσιστικό κίνημα. Χρειάζεται περισσότερο από ποτέ να αναζητείται η δυνατότητα κοινών αγώνων -χωρίς ωστόσο να υποβαθμίζονται και να απλοποιούνται οι πολλαπλοί οικονομικοί, πολιτικοί και πολιτισμικοί διαχωρισμοί που διαπερνούν τις σχέσεις ντόπιων και μεταναστών, χωρίς να υποτιμάται η εξ αρχής θέση υπεροχής των ντόπιων λόγω της ένταξής τους στο κυρίαρχό έθνος, της απόλαυσης πολιτικών δικαιωμάτων, της συμμετοχής στην οικία γλώσσα και κουλτούρα, και συνολικά στην πρόσβαση σε όλο το πλέγμα των δεσμών εντοπιότητας που στερούνται μεγάλα τμήματα των μεταναστών/ριών.

Εδώ, κρίσιμο σημείο αποτελεί η αναγνώριση των μεταναστών ως ενεργών υποκειμένων και ως οργανικού τμήματος της εργατικής τάξης. Η θέση αυτή δεν σημαίνει απλώς τη ρητορική συμπερίληψη των μεταναστών και μεταναστριών στην εθνική εργατική τάξη, αλλά αντίθετα ένα διαρκές εγχείρημα ξεπεράσματος πολλαπλών ανισοτήτων και διαχωρισμών, σε ένα πεδίο εξ αρχής υπονομευμένο από τις κρατικές πολιτικές και το ρατσισμό. Σε κάθε περίπτωση η αναγνώριση των μεταναστών και μεταναστριών ως υποκειμένων θέτει υπό ερώτηση όχι μόνο τον «άλλο» αλλά ταυτόχρονα και τη «δική μας» θέση και ταυτότητα, ως γηγενών, πολιτών και «δυτικών», και από κοινού ως προς την εργασία, το φύλο, τη θρησκεία, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, κ.ο.κ. Η συνάντηση ντόπιων και μεταναστών εργαζομένων δεν είναι λοιπόν δεδομένο ή σύνθημα, αλλά διακύβευμα, σε μια εποχή κρίσης των παραδοσιακών μορφών οργάνωσης της εργασίας. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί προϋπόθεση για την ανάδειξη νέων δυνατοτήτων, την αναζήτηση νέων μορφών οργάνωσης και κυρίως για τη δημιουργία όρων αντίστασης στην εντεινόμενη επίθεση ενάντια στο εισόδημα, τα δικαιώματα και τις ελευθερίες.

Επίδικα του μεταναστευτικού–αντιρατσιστικού κινήματος

Βάσει των παραπάνω, βασικά πεδία παρέμβασης που διαμορφώνονται σήμερα είναι: Η αυξανόμενη απο-νομιμοποίηση των μεταναστών-ριων, λόγω α) της άρνησης εφαρμογής μιας νέας γενικής διαδικασίας νομιμοποίησης, β) της αδυναμίας συγκέντρωσης των απαραίτητων ενσήμων για την ανανέωση των αδειών παραμονής και γ) του αποκλεισμού από το πολιτικό άσυλο, που εντείνεται από τις ταχύρρυθμες διαδικασίες εξέτασης των αιτημάτων ασύλου. Ο αποκλεισμός τμήματος των μεταναστών από τα στοιχειώδη δικαιώματα στη στέγη, τη σίτιση, την ιατρο-φαρμακευτική περίθαλψη, που παίρνει μαζικά χαρακτηριστικά λόγω της ανεργίας και της μη δυνατότητας μετακίνησης. Την ίδια στιγμή, στο πλαίσιο των περικοπών, υποχρηματοδοτούνται και καταργούνται βασικές κρατικές δομές υποστήριξης, όπως τα κέντρα υποδοχής Λαυρίου και Θεσσαλονίκης. Η σκλήρυνση των κατασταλτικών πολιτικών: αστυνομική αυθαιρεσία, επιχειρήσεις σκούπα, μαζικές απελάσεις, επιδείνωση των συνθηκών κράτησης. Η ενίσχυση και ανάπτυξη νέων μηχανισμών καταστολής και απέλασης με τη συνδρομή της Frontex (διαδικασίες ταυτοποίησης, απελάσεις με πτήσεις τσάρτερ κ.λ.π.)

Η άνοδος του ρατσισμού και ο πολλαπλασιασμός των ρατσιστικών επιθέσεων, η συστηματική και οργανωμένη πολιτική δράση της ακροδεξιάς στην κοινωνία. Από την πλευρά μας, ως Δίκτυο Κοινωνικής Υποστήριξης Προσφύγων και Μεταναστών, είναι απαραίτητο να επαναπροσδιορίσουμε την παρέμβασή μας και να επανεκτιμήσουμε τη λειτουργία και τις δομές μας. Ο καταιγισμός των νέων μέτρων, η αγριότητα της επίθεσης, η συνεχής εκδήλωση κοινωνικών αγώνων, και, βέβαια, η υποβάθμιση των συνθηκών ζωής μας, μας θέτει σε ένα πλαίσιο περισσότερο απαιτητικό και, σε κάθε περίπτωση δυσκολεύει τον προγραμματισμό της δράσης μας. Σε αυτές οι συνθήκες ελλοχεύει από τη μία ο κίνδυνος της έλλειψης διαθεσιμότητας, της πολιτικής αμηχανίας και της οργανωτικής χαλάρωσης, που μπορεί να μας φέρει σε θέση παρατηρητή των εξελίξεων. Από την άλλη, μπορεί να δημιουργηθεί μια τάση αυτοαναφορικότητας και περιορισμού στα του οίκου μας (ή καλύτερα στα του στεκιού μας).

Χρειάζεται να είμαστε περισσότερο προσεκτικοί-ες από παλαιότερα να μη θέτουμε υπερβολικά καθήκοντα που συνήθως οδηγούν σε απογοήτευση, αλλά πρέπει ταυτόχρονα να είμαστε και περισσότερο τολμηροί-ες σε εξωστρεφείς πρωτοβουλίες και ευρηματικοί-ες σε μορφές δράσης. Οι δομές που προωθήσαμε τα προηγούμενα χρόνια και πήραν πανελλαδικό χαρακτήρα, όπως το αντιρατσιστικό φεστιβάλ και το στέκι μεταναστών, η πανελλαδική δικτύωση και οι αντιρατσιστικές κινητοποιήσεις (από τις διαδηλώσεις μέχρι το NoBorder camp της Λέσβου), χρειάζονται σήμερα μεγαλύτερη στήριξη. Στη γενική ρευστότητα και ένταση της εποχής, δεν μπορεί να θεωρείται η διατήρηση των κινηματικών πρωτοβουλιών, δομών και δικτυώσεων δεδομένη με μια λογική αυτοματισμού.

Χρειάζεται να ασχοληθούμε περισσότερο και ουσιαστικότερα, συνεπέστερα και προσπαθώντας να ξεπεράσουμε λογικές ανάθεσης που ευδοκιμούν (και) στο χώρο μας. Η αναζήτηση αυτή, βέβαια, υπερβαίνει μια στενά οργανωτική προσέγγιση και αφορά τις συλλογικές μας διαδικασίες και σχέσεις.

Οι προς συζήτηση θεματικές που πρέπει να συζητήσουμε και να συγκεκριμενοποιήσουμε (η σειρά δεν σημαίνει προτεραιότητα) αφορούν:

-Την αυτοοργάνωση των μεταναστών και μεταναστριών. Την ανάγκη συντονισμού με τις υπάρχουσες ενεργές κοινότητες, με δεδομένο το πρόβλημα της γραφειοκρατικοποίησης και ενσωμάτωσης στο ΠΑΣΟΚ βασικών μεταναστευτικών οργανώσεων της προηγούμενης περιόδου.

-Τους τρόπους επαφής και δικτύωσης με νεο-προσφυγικές κοινότητες. Αναζήτηση και επινόηση τρόπων συσχετισμού των υποστηρικτικών κινήσεων με τη δημιουργία σταθερών επαφών με άτομα και ομάδες μεταναστώ-ριων και δυνατότητων οργάνωσης και διεκδίκησης.

-Πρωτοβουλίες ενάντια στη φτώχια και τον αποκλεισμό, με επιδίωξη όχι μόνο απεύθυνσης αλλά επίσης συμμετοχής μεταναστών-ριων. Στήριξη των πρωτοβουλιών κοινωνικής αλληλεγγύης και αυτοοργάνωσης που αναπτύσσονται σε γειτονιές και κοινωνικούς χώρους, υπεράσπιση των υφιστάμενων δομών υποστήριξης.

-Τη σταθερή διεκδίκηση της νομιμοποίησης όλων των μεταναστών-ριων και παροχής ασύλου στους πρόσφυγες και ταυτόχρονα του δικαιώματος στην ελεύθερη μετακίνηση, ως προϋπόθεση για την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού και της εξαίρεσης δικαιωμάτων.

-Πρωτοβουλίες ενάντια στην καταστολή, τις επιχειρήσεις σκούπα, τα κέντρα κράτησης, τις απελάσεις και την σταρτιωτικοποίηση των συνόρών.

-Προσπάθεια ανάδειξης και καταγγελίας περιστατικών ρατσιστικής βίας. Προώθηση της μετωπικής δράσης ενάντια στην ακροδεξιά.